Το προηγούμενο Σάββατο μαλώσαμε. Μαλώσαμε κανονικά όμως, όχι σαν τις άλλες φορές. Αμέσως μετά έκανα μια ανοησία, κοιμήθηκα με ένα αγόρι. Καλά, μην πάει το νου σας σε κάτι κακό, 25 χρονών αγόρι, 29 είμαι εγώ. Μάλλον δεν μου άρεσε καθόλου. Δεν ξέρω αν ήταν ζήτημα συντρόφου ή αν δεν είμαι φτιαγμένος για άντρες.
Ερωτευμένος είμαι μαζί του ακόμα, από εκείνο το απόγευμα της 19ης Μάη του 2002, μετά από εκείνη την μαγική ημέρα στην ομορφότερη πόλη του κόσμου. Από το προηγούμενο Σάββατο δεν έπαψα να τον σκέφτομαι. Βγήκα, διασκέδασα, ήπια, ήπια πολύ, αλλά τίποτα.
Ο Χρόνος πρέπει να βάλει τα δυνατά του αυτή τη φορά, με κάποιον τρόπο πρέπει να τα βάλει με τον έρωτα. Δεν ξέρω, να τον βουτήξει από τον σβέρκο και πιάνοντας με βία το βέλος του ας το τραβήξει απο την καρδιά μου, ας το σπάσει και η αιμμοραγία ας είναι αυτή που θα με κάνει να μην ξανασηκωθώ. Δεν με πειράζει, ας γίνει και έτσι.
Ας προσευχηθώ στο χρόνο λοιπόν ...
Sunday, July 5, 2009
Wednesday, January 7, 2009
Αν όλα τα παιδιά της γης ...
Θυμήθηκα τι προάλλες ένα τραγουδάκι που λέγαμε μικροί ...
Δεν ξέρω αν είναι της Ζωρζ Σαρρή ή του Γιάννη Ρίτσου, αλλά αυτό το ποιηματάκι, όσο απλοϊκό και να φαίνετε, εμένα μου αρέσει πολύ !!!
Αν όλα τα παιδιά της γης
πιάναν γερά τα χέρια
κορίτσια αγόρια στη σειρά
και στήνανε χορό
ο κύκλος θα γινότανε
πολύ πολύ μεγάλος
κι ολόκληρη τη Γη μας
θ’ αγκάλιαζε θαρρώ.
Αν όλα τα παιδιά της γης
φωνάζαν τους μεγάλους
κι αφήναν τα γραφεία τους
και μπαίναν στο χορό
ο κύκλος θα γινότανε
ακόμα πιο μεγάλος
και δυο φορές τη Γη μας
θ’ αγκάλιαζε θαρρώ.
Θα ’ρχόνταν τότε τα πουλιά
θα ’ρχόνταν τα λουλούδια
θα ’ρχότανε κι η άνοιξη
να μπει μες στο χορό
κι ο κύκλος θα γινότανε
ακόμα πιο μεγάλος
και τρεις φορές τη Γη μας
θ’ αγκάλιαζε θαρρώ
Δεν ξέρω αν είναι της Ζωρζ Σαρρή ή του Γιάννη Ρίτσου, αλλά αυτό το ποιηματάκι, όσο απλοϊκό και να φαίνετε, εμένα μου αρέσει πολύ !!!
Αν όλα τα παιδιά της γης
πιάναν γερά τα χέρια
κορίτσια αγόρια στη σειρά
και στήνανε χορό
ο κύκλος θα γινότανε
πολύ πολύ μεγάλος
κι ολόκληρη τη Γη μας
θ’ αγκάλιαζε θαρρώ.
Αν όλα τα παιδιά της γης
φωνάζαν τους μεγάλους
κι αφήναν τα γραφεία τους
και μπαίναν στο χορό
ο κύκλος θα γινότανε
ακόμα πιο μεγάλος
και δυο φορές τη Γη μας
θ’ αγκάλιαζε θαρρώ.
Θα ’ρχόνταν τότε τα πουλιά
θα ’ρχόνταν τα λουλούδια
θα ’ρχότανε κι η άνοιξη
να μπει μες στο χορό
κι ο κύκλος θα γινότανε
ακόμα πιο μεγάλος
και τρεις φορές τη Γη μας
θ’ αγκάλιαζε θαρρώ
Saturday, August 16, 2008
Περί ποίησης
Πριν από δέκα χρόνια περίπου, και για κάποιους μήνες είχα αρχίσει να γράφω ποιήματα. Ένας πολύ καλός δάσκαλος που είχα στο Πανεπιστήμιο μας είπε "όλοι λίγο πολύ έχουμε γράψει ένα ποίημα, και συνήθως αυτό συμβαίνει κάπου στα 16".
Δεν έχω γράψει ξανά από τότε και όσες προσπάθειες και αν έκανα ήταν αποτυχημένες. Σήμερα θα αρχίσω να δημοσιεύω μερικά από αυτά.
Δεν έχω γράψει ξανά από τότε και όσες προσπάθειες και αν έκανα ήταν αποτυχημένες. Σήμερα θα αρχίσω να δημοσιεύω μερικά από αυτά.
Monday, May 19, 2008
Ένα γερό σφίξιμο στο στομάχι ...
Ζω σε ένα κόσμο που απέχει πολύ από τον πραγματικό. Κι εσύ ο ίδιος ακόμα ζεις σε "μια γυάλινη σφαίρα" αλλιώς μάλλον δεν θα μπορούσες να με διάβαζες.
2008, Ελλάδα, μια επαρχιακή πόλη, μια γυναίκα μπαίνει σε μια τράπεζα. Άνεργη από ανάγκη η ίδια, οικιακά μάθαμε να το λέμε, μεροκαματιάρης ο σύζυγος, δυο παιδιά. Πηγαίνει να πληρώσει τη δόση για εκείνο το δάνειο.
Τίμια γυναίκα, ούτε μια δόση απλήρωτη, ούτε μια δόση να έχει καθυστερήσει. Το δάνειο καταναλωτικό αλλά από εκείνα που η ανάγκη φέρνει.
- Μήπως κυρία, έχεις τιποτα παλιά ρούχα.
- Τι παλιά ρούχα.
- Να, ξέρεις , από εκείνα που έχετε για πέταμα. Άχρηστα, παλιά, φθαρμένα, από εκείνα που δεν φοράς. Του άντρα σου, δικά σου, των παιδιών. Δεν έχω λεφτά ουτε για ένα ζευγάρι παντόφλες. Αν έχεις τιποτα για πέταμα ...
Η ανάγκη εφερνε ένα ενικό με μια τέτοια ευγένεια που κανείς ψεύτικος πληθυντικός αριθμός δεν θα μπορούσε να φέρει.
Τρεις μήνες μετά...
- Αυτό έχει ξεθωριάσει , δεν το βάζω
- Καλά, θα το δώσω στην Εύη.
- Ποιά είναι αυτή ;
.................................................................................
Το γαιδούρι που δεν φορά ξεθωριασμένα μπλουζάκια είμαι εγώ.
2008, Ελλάδα, μια επαρχιακή πόλη, μια γυναίκα μπαίνει σε μια τράπεζα. Άνεργη από ανάγκη η ίδια, οικιακά μάθαμε να το λέμε, μεροκαματιάρης ο σύζυγος, δυο παιδιά. Πηγαίνει να πληρώσει τη δόση για εκείνο το δάνειο.
Τίμια γυναίκα, ούτε μια δόση απλήρωτη, ούτε μια δόση να έχει καθυστερήσει. Το δάνειο καταναλωτικό αλλά από εκείνα που η ανάγκη φέρνει.
- Μήπως κυρία, έχεις τιποτα παλιά ρούχα.
- Τι παλιά ρούχα.
- Να, ξέρεις , από εκείνα που έχετε για πέταμα. Άχρηστα, παλιά, φθαρμένα, από εκείνα που δεν φοράς. Του άντρα σου, δικά σου, των παιδιών. Δεν έχω λεφτά ουτε για ένα ζευγάρι παντόφλες. Αν έχεις τιποτα για πέταμα ...
Η ανάγκη εφερνε ένα ενικό με μια τέτοια ευγένεια που κανείς ψεύτικος πληθυντικός αριθμός δεν θα μπορούσε να φέρει.
Τρεις μήνες μετά...
- Αυτό έχει ξεθωριάσει , δεν το βάζω
- Καλά, θα το δώσω στην Εύη.
- Ποιά είναι αυτή ;
.................................................................................
Το γαιδούρι που δεν φορά ξεθωριασμένα μπλουζάκια είμαι εγώ.
Monday, December 31, 2007
Παραμονή πρωτοχονιάς ...
Αναδημοσιεύω μια πολύ όμορφη ιστορία, που κάθε χρόνο τέτοιες μέρες με κάνει να δακρύζω...
"Αυτές τις μέρες θυμήθηκα τα Χριστούγεννα του '59. Είχε χιονίσει πολύ αυτό το χρόνο στο Μόναχο - λευκές παραμονές, κατά πώς πρέπει. Ξαφνικά ζωντάνεψαν πάλι όλες οι γλυκερές κάρτ-ποστάλ - παιδάκια με κόκκινες μύτες και μάλλινες σκούφιες, έλκηθρα, χιονισμένα έλατα στις πλατείες, χωριουδάκια θαμμένα στο χιόνι με φωτισμένα παράθυρα και δραστήριες καμινάδες…
Για μένα όμως ήταν κακή χρονιά: πένθη, πικροί χωρισμοί, ατυχίες - έτσι όπως καμιά φορά έρχονται όλα μαζί τα δυσάρεστα. Μπήκε ο Δεκέμβρης, έκανα πώς δεν έβλεπα, πώς δεν άκουγα και, κυρίως, πως δεν θυμόμουν. Κυριακή άναψαν οι Γερμανοί κι άλλο κεράκι στο στεφάνι της Αdvent. Στο τέταρτο κερί, πανικός. Αχ! αυτές οι μέρες της υποχρεωτικής, της αναγκαστικής χαράς - πόσο σκληρές είναι γι' αυτούς πού δεν καταφέρνουν να πιάσουν την εθνική (κατά κεφαλήν) νόρμα ευτυχίας...
Ήμουν λοιπόν μόνος. Όχι μονάχα από τις περιστάσεις. Ήμουν θεληματικά, πεισματικά μόνος. Προτάσεις φίλων, προσκλήσεις, εκδρομές - τίποτα. Εξαφανίστηκα. Κι έμεινα παραμονή Χριστουγέννων στη σοφίτα μου (έκτος όροφος, σε μεταπολεμική φτηνοπολυκατοικία χωρίς ασανσέρ) να κοιτάω τον κεκλιμένο τοίχο.
Βράδυ παραμονής Χριστουγέννων, στη Γερμανία... 'Όλοι στα σπίτια γύρω από το δέντρο, ψυχή στους δρόμους. Τραγουδάνε τα παραδοσιακά τους τραγούδια και ανοίγουν τα δώρα. Τα τραγούδια είναι όμορφα - παλιά αναγεννησιακά ή μπαρόκ - και ή ατμόσφαιρα ζεστή από τα κεριά. Υπάρχουν πολλά καλούδια: Plätzchen σαν κουλουράκια, Christstollen σαν τσουρέκι, ξηροί καρποί και κονιάκ. 'Όταν χτυπήσει έντεκα, ντύνονται όλοι ζεστά - ζεστά και πάνε στην εκκλησία ν' ακούσουν τη λειτουργία του Μπαχ, του Μότσαρτ, του Σούμπερτ - με χορωδίες, ορχήστρες και αρμόνια. Τα παιδιά κοιμούνται πολύ αργά (μεγάλη εξαίρεση) αγκαλιά με τα δώρα τους. Την άλλη μέρα θα έχει χήνα γεμιστή με πολλά ωραία συνοδευτικά και γλυκά.
Κι εγώ, στη σοφίτα μισούσα τον εαυτό μου κι όλο τον κόσμο. Είχα μία μπουκάλα κακό κονιάκ - μου χαλούσε το στομάχι αλλά γι' αυτό το έπινα. Έβαλα ραδιόφωνο: όλο τραγούδια χριστουγεννιάτικα. Ό άλλος σταθμός είχε εορταστική συναυλία. Είχα ένα δανεικό μαγνητόφωνο και είπα να την ηχογραφήσω. Πρωτόγονοι τρόποι: δεν είχε «έξοδο» το ραδιόφωνο - ηχογραφούσα με μικρόφωνο. Κάποια στιγμή (είχα ξεχάσει πώς ηχογραφούσα) ακούγοντας ένα κομμάτι, με πήραν τα κλάματα. Έχω ακόμα αυτή τη μαγνητοταινία - πάνω από τον Μότσαρτ ακούγονται λυγμοί.
Τελείωσε το μπουκάλι, ζαλίστηκα, με πήρε ο ύπνος ξημερώματα στον καναπέ. Ξύπνησα από έντονο κουδούνισμα. Ήταν έντεκα και μισή το πρωί. Ήμουν πιασμένος, παγωμένος, με ναυτία και πονοκέφαλο. Τα ρούχα είχαν κολλήσει επάνω μου. Το κουδούνισμα συνεχιζόταν επίμονο - ποιος διάβολος! Είδα κι απόειδα, άνοιξα. Στην πόρτα ένας σοβαρός καλοντυμένος κύριος, Γερμανός, άγνωστος. Μου συστήθηκε ευγενικά. Είπε πως είναι μακρινός συγγενής κάποιων γνωστών μου. «Μήπως θα είχα κέφι» - ρώτησε ο άγνωστος - «να τους τιμήσω με την παρουσία μου στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι;»
Μουρμούρισα μερικές δικαιολογίες - ήμουν άρρωστος, άπλυτος, αξύριστος. Ό άγνωστος επέμενε: «Έχετε κάτι καλύτερο να κάνετε; Εγώ θα σας περιμένω να ετοιμαστείτε». Ενδόμυχα μου έκανε καλό αυτή ή πρόσκληση. Ιδιαίτερα πού ήταν άνθρωποι άγνωστοι και θα ξέφευγα από τον παγιδευμένο χώρο μου. Ευχαρίστησα, ντύθηκα, φύγαμε.
Είχαν ένα πολύ ωραίο μικρό σπίτι με κήπο στα περίχωρα του Μονάχου. Στην είσοδο με υποδέχτηκε ένας πανέξυπνος χιονάνθρωπος. Μετά γνώρισα τους χιονογλύπτες: ένα κοριτσάκι εννέα, ένα αγοράκι επτά χρόνων - ξανθόμορφα σαν αγγελούδια του Βαυαρικού μπαρόκ. Και ή μητέρα συμπαθέστατη. 'Όσο για τη χήνα, απαράμιλλη σε γεύση και γλύκα. Έλιωνε στο στόμα. Και υπήρχαν τα πάντα: κόκκινο κρασί και κόκκινο λάχανο, πατάτες φούρνου και γλυκιά σάλτσα με βατόμουρα, δύο γλυκά, κονιάκ (καλό!), καφές. Τα παιδιά ανέβηκαν στα γόνατα μου και τους είπα ελληνικά παραμύθια. Τραγουδήσαμε μετά όλα τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια: Από τον Ουρανό Ψηλά, Ξεφύτρωσε ένα Ρόδο, Ελάτε Ποιμένες - μέχρι το Έλατο και την Άγια Νύχτα.
Και το πιο όμορφο - το πιο συγκινητικό: Μου είχαν και δώρο! Ανοίξαμε τα πακέτα και, κάτω από το έλατο, υπήρχε και για μένα καρτούλα με το όνομά μου. Μέσα στο κουτί ένα κομψό πορτοφόλι από μαύρο δέρμα. (Απένταρε φοιτητή - τι θα έβαζες μέσα;)
Αργότερα, ανάψαμε το τζάκι, ψήσαμε κάστανα, ήπιαμε καφέ με κουλούρια και μπισκότα, είπαμε ανέκδοτα και αστεία. Ξαφνικά ένιωθα σπίτι μου. Τους ήξερα χρόνια - πιο δικοί από τους δικούς μου.
Κάποια στιγμή - από ευγένεια - είπα να φύγω. Μα, καθίστε - όχι, όχι! Τελικά ο πατέρας προσφέρθηκε να με πάει με το αυτοκίνητο. «Θα μου κάνει καλό», είπε «μία βόλτα στο κρύο». Τα παιδιά με φίλησαν σχεδόν με πάθος. Όταν φτάσαμε έξω από την πόρτα μου, δεν ήξερα πώς να τον ευχαριστήσω. Σκεπτόμουν το κρύο ακατάστατο δωμάτιο από το οποίο με είχε αποσπάσει και τρόμαζα. Πόσο γρήγορα πηγαίνεις από το κρύο στη ζέστη!
Άρχισα λοιπόν να του λέω πόσο σημαντική ήταν για μένα αυτή η μέρα, πόσο ευγνώμων είμαι - όταν με διέκοψε: «Δεν χρειάζεται», είπε, «να μ' ευχαριστήσετε. Εμείς αυτό το κάνουμε κάθε χρόνο. Έχουμε αναλάβει υποχρέωση να καλούμε έναν μοναχικό ή δυστυχισμένο. Φέτος μας έδωσαν το όνομά σας».
Πόσο γρήγορα πηγαίνεις από τη ζέστη στο κρύο. Το πορτοφολάκι βυθίστηκε μέσα στο χιόνι όπου το πέταξα. Κι άλλο κονιάκ δεν είχα στο δωμάτιο."
του Νίκου Δήμου
"Αυτές τις μέρες θυμήθηκα τα Χριστούγεννα του '59. Είχε χιονίσει πολύ αυτό το χρόνο στο Μόναχο - λευκές παραμονές, κατά πώς πρέπει. Ξαφνικά ζωντάνεψαν πάλι όλες οι γλυκερές κάρτ-ποστάλ - παιδάκια με κόκκινες μύτες και μάλλινες σκούφιες, έλκηθρα, χιονισμένα έλατα στις πλατείες, χωριουδάκια θαμμένα στο χιόνι με φωτισμένα παράθυρα και δραστήριες καμινάδες…
Για μένα όμως ήταν κακή χρονιά: πένθη, πικροί χωρισμοί, ατυχίες - έτσι όπως καμιά φορά έρχονται όλα μαζί τα δυσάρεστα. Μπήκε ο Δεκέμβρης, έκανα πώς δεν έβλεπα, πώς δεν άκουγα και, κυρίως, πως δεν θυμόμουν. Κυριακή άναψαν οι Γερμανοί κι άλλο κεράκι στο στεφάνι της Αdvent. Στο τέταρτο κερί, πανικός. Αχ! αυτές οι μέρες της υποχρεωτικής, της αναγκαστικής χαράς - πόσο σκληρές είναι γι' αυτούς πού δεν καταφέρνουν να πιάσουν την εθνική (κατά κεφαλήν) νόρμα ευτυχίας...
Ήμουν λοιπόν μόνος. Όχι μονάχα από τις περιστάσεις. Ήμουν θεληματικά, πεισματικά μόνος. Προτάσεις φίλων, προσκλήσεις, εκδρομές - τίποτα. Εξαφανίστηκα. Κι έμεινα παραμονή Χριστουγέννων στη σοφίτα μου (έκτος όροφος, σε μεταπολεμική φτηνοπολυκατοικία χωρίς ασανσέρ) να κοιτάω τον κεκλιμένο τοίχο.
Βράδυ παραμονής Χριστουγέννων, στη Γερμανία... 'Όλοι στα σπίτια γύρω από το δέντρο, ψυχή στους δρόμους. Τραγουδάνε τα παραδοσιακά τους τραγούδια και ανοίγουν τα δώρα. Τα τραγούδια είναι όμορφα - παλιά αναγεννησιακά ή μπαρόκ - και ή ατμόσφαιρα ζεστή από τα κεριά. Υπάρχουν πολλά καλούδια: Plätzchen σαν κουλουράκια, Christstollen σαν τσουρέκι, ξηροί καρποί και κονιάκ. 'Όταν χτυπήσει έντεκα, ντύνονται όλοι ζεστά - ζεστά και πάνε στην εκκλησία ν' ακούσουν τη λειτουργία του Μπαχ, του Μότσαρτ, του Σούμπερτ - με χορωδίες, ορχήστρες και αρμόνια. Τα παιδιά κοιμούνται πολύ αργά (μεγάλη εξαίρεση) αγκαλιά με τα δώρα τους. Την άλλη μέρα θα έχει χήνα γεμιστή με πολλά ωραία συνοδευτικά και γλυκά.
Κι εγώ, στη σοφίτα μισούσα τον εαυτό μου κι όλο τον κόσμο. Είχα μία μπουκάλα κακό κονιάκ - μου χαλούσε το στομάχι αλλά γι' αυτό το έπινα. Έβαλα ραδιόφωνο: όλο τραγούδια χριστουγεννιάτικα. Ό άλλος σταθμός είχε εορταστική συναυλία. Είχα ένα δανεικό μαγνητόφωνο και είπα να την ηχογραφήσω. Πρωτόγονοι τρόποι: δεν είχε «έξοδο» το ραδιόφωνο - ηχογραφούσα με μικρόφωνο. Κάποια στιγμή (είχα ξεχάσει πώς ηχογραφούσα) ακούγοντας ένα κομμάτι, με πήραν τα κλάματα. Έχω ακόμα αυτή τη μαγνητοταινία - πάνω από τον Μότσαρτ ακούγονται λυγμοί.
Τελείωσε το μπουκάλι, ζαλίστηκα, με πήρε ο ύπνος ξημερώματα στον καναπέ. Ξύπνησα από έντονο κουδούνισμα. Ήταν έντεκα και μισή το πρωί. Ήμουν πιασμένος, παγωμένος, με ναυτία και πονοκέφαλο. Τα ρούχα είχαν κολλήσει επάνω μου. Το κουδούνισμα συνεχιζόταν επίμονο - ποιος διάβολος! Είδα κι απόειδα, άνοιξα. Στην πόρτα ένας σοβαρός καλοντυμένος κύριος, Γερμανός, άγνωστος. Μου συστήθηκε ευγενικά. Είπε πως είναι μακρινός συγγενής κάποιων γνωστών μου. «Μήπως θα είχα κέφι» - ρώτησε ο άγνωστος - «να τους τιμήσω με την παρουσία μου στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι;»
Μουρμούρισα μερικές δικαιολογίες - ήμουν άρρωστος, άπλυτος, αξύριστος. Ό άγνωστος επέμενε: «Έχετε κάτι καλύτερο να κάνετε; Εγώ θα σας περιμένω να ετοιμαστείτε». Ενδόμυχα μου έκανε καλό αυτή ή πρόσκληση. Ιδιαίτερα πού ήταν άνθρωποι άγνωστοι και θα ξέφευγα από τον παγιδευμένο χώρο μου. Ευχαρίστησα, ντύθηκα, φύγαμε.
Είχαν ένα πολύ ωραίο μικρό σπίτι με κήπο στα περίχωρα του Μονάχου. Στην είσοδο με υποδέχτηκε ένας πανέξυπνος χιονάνθρωπος. Μετά γνώρισα τους χιονογλύπτες: ένα κοριτσάκι εννέα, ένα αγοράκι επτά χρόνων - ξανθόμορφα σαν αγγελούδια του Βαυαρικού μπαρόκ. Και ή μητέρα συμπαθέστατη. 'Όσο για τη χήνα, απαράμιλλη σε γεύση και γλύκα. Έλιωνε στο στόμα. Και υπήρχαν τα πάντα: κόκκινο κρασί και κόκκινο λάχανο, πατάτες φούρνου και γλυκιά σάλτσα με βατόμουρα, δύο γλυκά, κονιάκ (καλό!), καφές. Τα παιδιά ανέβηκαν στα γόνατα μου και τους είπα ελληνικά παραμύθια. Τραγουδήσαμε μετά όλα τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια: Από τον Ουρανό Ψηλά, Ξεφύτρωσε ένα Ρόδο, Ελάτε Ποιμένες - μέχρι το Έλατο και την Άγια Νύχτα.
Και το πιο όμορφο - το πιο συγκινητικό: Μου είχαν και δώρο! Ανοίξαμε τα πακέτα και, κάτω από το έλατο, υπήρχε και για μένα καρτούλα με το όνομά μου. Μέσα στο κουτί ένα κομψό πορτοφόλι από μαύρο δέρμα. (Απένταρε φοιτητή - τι θα έβαζες μέσα;)
Αργότερα, ανάψαμε το τζάκι, ψήσαμε κάστανα, ήπιαμε καφέ με κουλούρια και μπισκότα, είπαμε ανέκδοτα και αστεία. Ξαφνικά ένιωθα σπίτι μου. Τους ήξερα χρόνια - πιο δικοί από τους δικούς μου.
Κάποια στιγμή - από ευγένεια - είπα να φύγω. Μα, καθίστε - όχι, όχι! Τελικά ο πατέρας προσφέρθηκε να με πάει με το αυτοκίνητο. «Θα μου κάνει καλό», είπε «μία βόλτα στο κρύο». Τα παιδιά με φίλησαν σχεδόν με πάθος. Όταν φτάσαμε έξω από την πόρτα μου, δεν ήξερα πώς να τον ευχαριστήσω. Σκεπτόμουν το κρύο ακατάστατο δωμάτιο από το οποίο με είχε αποσπάσει και τρόμαζα. Πόσο γρήγορα πηγαίνεις από το κρύο στη ζέστη!
Άρχισα λοιπόν να του λέω πόσο σημαντική ήταν για μένα αυτή η μέρα, πόσο ευγνώμων είμαι - όταν με διέκοψε: «Δεν χρειάζεται», είπε, «να μ' ευχαριστήσετε. Εμείς αυτό το κάνουμε κάθε χρόνο. Έχουμε αναλάβει υποχρέωση να καλούμε έναν μοναχικό ή δυστυχισμένο. Φέτος μας έδωσαν το όνομά σας».
Πόσο γρήγορα πηγαίνεις από τη ζέστη στο κρύο. Το πορτοφολάκι βυθίστηκε μέσα στο χιόνι όπου το πέταξα. Κι άλλο κονιάκ δεν είχα στο δωμάτιο."
του Νίκου Δήμου
Tuesday, August 28, 2007
Παις εν καμινω
Είμαι σπίτι μου και θυμήθηκα αυτό το blog. Το είχα αγνοήσει τελείως, και είπα να ξαναγράψω.
Δεν θα υποσχεθώ πως "θα γράφω συχνά από εδώ και πέρα", μιας και θα μου θυμίσει εκείνο το "that is promises are not going to be kept" που είχα γράψει σε μια πολύ όμορφη κοπέλα 4 χρόνια πριν.
Βλέπω 5 μέρες τις ειδήσεις για τις πυρκαγιές, βαρέθηκα. Αλήθεια δεν τους λυπάτε κανείς αυτούς που χάσαν τα σπίτια τους ; Και αυτούς που χάσανε δικούς τους ανθρώπους ; Δεν τους λυπάτε κανείς ;
Δεν θα υποσχεθώ πως "θα γράφω συχνά από εδώ και πέρα", μιας και θα μου θυμίσει εκείνο το "that is promises are not going to be kept" που είχα γράψει σε μια πολύ όμορφη κοπέλα 4 χρόνια πριν.
Βλέπω 5 μέρες τις ειδήσεις για τις πυρκαγιές, βαρέθηκα. Αλήθεια δεν τους λυπάτε κανείς αυτούς που χάσαν τα σπίτια τους ; Και αυτούς που χάσανε δικούς τους ανθρώπους ; Δεν τους λυπάτε κανείς ;
Thursday, April 5, 2007
Μεγάλη Πέμπτη
Είμαι σε ένα internet cafe, κάπου χαμένο, και περιμένω κάποιο τηλέφωνο για έξοδο. Βαριέμαι να βγώ.
Σπίτι πάλι δεν θέλω να πάω. Σε τέσσερις μέρες θα φύγω, να γυρίσω πίσω.
Θα ξαναγράψω από εκεί ...
Σπίτι πάλι δεν θέλω να πάω. Σε τέσσερις μέρες θα φύγω, να γυρίσω πίσω.
Θα ξαναγράψω από εκεί ...
Subscribe to:
Posts (Atom)